Λάμπα.
Σκοτάδι.
Κάτω από το σάπιο φωσ τησ που γεμίζει το
φεγγαρολουστο κενό του δωματίου
ανακρίνω τον εαυτό μου
ξανά
και ξανά
και ξανά,
ξανά.
Τι έκανεσ σήμερα,εαυτέ μου?
Ήσουν καλό παιδί?
Μίσησεσ αρκετά,
έγδυσεσ τα συναισθηματά σου,
σκότωσεσ την ώρα σου φονεύοντασ σε?
Ωστε φεύγεισ,
αποφεύγοντασ να απαντήσεισ.
Απάθεια.
Αυτό σε χαρακτηρίζει.
Ξανά
και ξανά
και ξανά,
ξανά.
Βαρέθηκα
να διαβάζω το ίδιο γράμμα
ξανά
και ξανά
και ξανά,
ξανά.
Η επανάληψη σκοτώνει ανπανόρθωτα την υγεία.
Ίσωσ κάποιοσ το βούλωσε.
Ποιόσ θα το σκίσει?
Περίμενω
περίμενα
την ευκαιρία
ν αναπνεύσω
μέσα απ τον καπνό του τσιγάρου
ξανά
και ξανά
και ξανά,
ξανά
μπερδεύω το λ με τον τόνο (')
και δεν υπάρχει συνοχή
ποτέ
και πότε
και πότε,
ποτέ.
Τοκ τοκ.
χτυπάω την πόρτα σου.
Δεν ακούσ?
Ποτέ
και πότε μου ζήτησεσ πνοή
και δε στην έδωσα?
Α
ακου το πιάνο σε μια απ τισ σελίδεσ του εαυτού που άνοιξα.
πωσ λαξεύει τα όνειρα στο
κέντρο του μυαλού σου.
Ήσουν καλό παιδί σήμερα?
σκότωσεσ αρκετά?
αχ
τι ντροπή
να γδύνω τον εαυτό μου
σε ξένουσ.
Φεύγω.
Μην ξεχάσεισ να κλειδώσεισ τον εαυτό σου
μέσα σου πριν φύγεισ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου