Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009

Σκέψεις

Οι ανοργάνωτες σκέψεις
κατακλύζουν χαρτιά και γεμίζουν σημειώσεις
τις λέξεις μου.
Θυμήθηκα κάτι να γράψω
μα στην πορεία της
του χρόνου
προσπέλασης
το ξέχασα
και άγγιξα τις πληγές του πόνου μου
και του κορμιού μου
και τις ένιωσα να δημιουργούνται
ξανά
και να αναγεννιούνται
κι ύστερα
το μυαλό μου σταμάτησε
και τράβηξε μία γραμμή
να διαγράψει
τις ανοργάνωτες σκέψεις μου
που κατακλύζουν χαρτιά
και γεμίζουν
με λέξεις
τις σημειώσεις μου
...
*
*
*
*
*
*
*
*
*
*
*
*

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009

Βρήκα στην πόρτα μου χθες βράδυ κάτι λουλούδια από χαρτί...


Όταν μεγαλώσω θα γίνω δημιουργός κολλάζ.
Θα είμαι εναλλακτική καλλιτεχνις, όπως λέγαμε με τον Τζόναθαν.
Θα φτιάχνω και κοσμήματα με σύρμα,
που θα μοιάζουν με γαλαξίες
και πεταλούδες.
Τις ασυναρτησίες μου θα τις γράφω ποιήματα.
Θα βγάζω και φωτογραφίες με κεριά και λουλούδια.
Μμμμ...
Θα γυρίζω αυτοσχέδιες ταινίες μικρού μηκους με μπαλόνια,
θα γίνουμε με τον Ζακ και τον Τζόναθαν
μποέμ/τσιγγάνοι/νομάδες
μουσικοί
(εγώ θα μάθω ακορντεόν,
ο Τζόναθαν θα συνεχίσει την κιθάρα
κι ο Ζακ θα βγει γυμνός στο Σύνταγμα,
αν ο Τζόναθαν καταφέρει να μάθει κιθάρα)
και θα γυρίσουμε τα Βαλκάνια αναζητώντας τις ρίζες μας!
Το ταξίδι μας θα είναι τέχνη.
Θα κυνηγάμε άγρια όνειρα,
θα πιάνουμε ελπίδες
και θα τρώμε ουράνια τόξα.
Θα καταλήξουμε να κάνουμε κάμπινγκ
(κατα λάθος πήγα να γράψω κλάμπινγκ)
στα Καρπάθια.
Θα πάρουμε και την Αλεξάνδρα μαζί μας,
η οποία θα ψάχνει τον Ουκρανό έρωτα της ζωής της
(Σύριόζα φυλάξου!).
Έπειτα,
ο καθένας θα τραβήξει το δρόμο του
και
-ποιος ξέρει?-
ίσως
οδηγεί στον ίδιο αστερισμό
-κάπου ανάμεσα στον πλανήτη του Μικρού Πρίγκηπα
και στη Χώρα των Θαυμάτων...

Τρίτη 21 Ιουλίου 2009

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

Ανισόρροπο

Λάμπα.
Σκοτάδι.
Κάτω από το σάπιο φωσ τησ που γεμίζει το
φεγγαρολουστο κενό του δωματίου
ανακρίνω τον εαυτό μου
ξανά
και ξανά
και ξανά,
ξανά.
Τι έκανεσ σήμερα,εαυτέ μου?
Ήσουν καλό παιδί?
Μίσησεσ αρκετά,
έγδυσεσ τα συναισθηματά σου,
σκότωσεσ την ώρα σου φονεύοντασ σε?
Ωστε φεύγεισ,
αποφεύγοντασ να απαντήσεισ.
Απάθεια.
Αυτό σε χαρακτηρίζει.
Ξανά
και ξανά
και ξανά,
ξανά.
Βαρέθηκα
να διαβάζω το ίδιο γράμμα
ξανά
και ξανά
και ξανά,
ξανά.
Η επανάληψη σκοτώνει ανπανόρθωτα την υγεία.
Ίσωσ κάποιοσ το βούλωσε.
Ποιόσ θα το σκίσει?
Περίμενω
περίμενα
την ευκαιρία
ν αναπνεύσω
μέσα απ τον καπνό του τσιγάρου
ξανά
και ξανά
και ξανά,
ξανά
μπερδεύω το λ με τον τόνο (')
και δεν υπάρχει συνοχή
ποτέ
και πότε
και πότε,
ποτέ.
Τοκ τοκ.
χτυπάω την πόρτα σου.
Δεν ακούσ?
Ποτέ
και πότε μου ζήτησεσ πνοή
και δε στην έδωσα?
Α
ακου το πιάνο σε μια απ τισ σελίδεσ του εαυτού που άνοιξα.
πωσ λαξεύει τα όνειρα στο
κέντρο του μυαλού σου.
Ήσουν καλό παιδί σήμερα?
σκότωσεσ αρκετά?
αχ
τι ντροπή
να γδύνω τον εαυτό μου
σε ξένουσ.
Φεύγω.
Μην ξεχάσεισ να κλειδώσεισ τον εαυτό σου
μέσα σου πριν φύγεισ.

Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

Θα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα

Σσσσ... Την ακούς; Μη μιλάς, θα την ξυπνήσεις... Είσαι εκεί; Σε νιωθώ εδώ, μην απαντάς. Δεν είχα τίποτε να σου πω, μόνο ότι βλέπω το αντίκρισμα του φεγγαριού σου στον καθρεφτη μου- ναι, αυτόν που κρέμασα στον αιματοβαμμένο τοίχο. Πως τρέμει τώρα στ' αγκαλιάσματα του ανέμου που τυλίγουν την σιωπή του!Κοιμάται-μην την ξυπνάς σου λέω.

Χθες σ' ειδα στον ύπνο μου, τ' ακούς? Γιατί να γύρισες ξανά, γιατί το γέλιο μου,η χαρά και τα φιλήματα να' γιναν δάκρυα και στεναγμός μόλις αντίκρισα το ψέμα του ονείρου, γιατί, γιατί να είσαι ακόμα εδώ, ενώ για μένα δεν υπάρχεις... ΄

'Κι είμαστε νέοι, πολύ νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα σ' ένα βράχο το πλόιο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά, χάνεται και ρωτιόμαστε, τι να' χουμε, τι να' χω, που σβήνουμε όλοι, φεύγουμε έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά...'

Κι είδαμε έναν άνθρωπο καλό απόψε, λες κι ήτανε αερικό απ αυτά που βγάζουν οι ενθυμήσεις των γιαγιάδων, στα νοτισμένα παραμύθια τους... Που να ξερες, καλέ μου άνθρωπε, πως μελετούσες την καρδιά ενός ερωτευμένου σκύλου, και δυο υπάρξεων ονειροφόρων!

Ξένε, που έφυγες, μας πήρες το χρόνο και το μέλλον απ τα χέρια, και έπλεξεσ στεφάνι το παρόν στα μαλλιά του παρελθόντος, και είπες η καρδιά χτυπάει μόνο στο τώρα, ούτε στο πριν, ουτε στο 'θα'...Μην τρέχεις, άνθρωπε καλέ, το έρεβος του φωτισμένου δρόμου άφησε μόνο την έκλπηξη και την Πανσέληνο στα πρόσωπά μας, η νύχτα σε απορρόφησε άξαφνα, όπωσ μας ήβρες άλλωστε...

Εγώ; Εγώ.

''Δυστυχία!

Η φριχτή λέξη με φωτιά στον ουρανό εγράφη. Δέντρα τη δαχτυλοδειχτούν, αστέρια την κοιτούνε, επιγραφή την έχουνε τα σπίτια και οι τάφοι, ακόμη θα την ακούσουν οι σκύλοι κι αλυχτούνε.

Οι άνθρωποι δεν ακούνε;''